μονογονεϊκότητα
•
- νεολογισμόςη κατάσταση της μονογονεϊκής οικογένειας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονογονεϊκότητα (νεολογισμός) < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική monoparentalité ή την αγγλική single parenting. Μορφολογικά αναλύεται σε μονογονεϊκ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονογονεϊκότητα | μονογονεϊκότητες |
| Γενική | μονογονεϊκότητας | μονογονεϊκοτήτων |
| Αιτιατική | μονογονεϊκότητα | μονογονεϊκότητες |
| Κλητική | μονογονεϊκότητα | μονογονεϊκότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →