μονογράφηση
•
- ανεπίσημη κύρωση με την υπογραφή των αρμοδίων μιας σύμβασης, συμφωνίας κτλ. πριν από την επίσημη υπογραφή της Βικιλεξικό
- προσθήκη της μονογραφής ενός αρμόδιου προσώπου σε κάποιο έγγραφο, συνήθ. ως ένδειξη αποδοχής του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονογράφηση < μονογραφώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονογράφηση | μονογραφήσεις |
| Γενική | μονογράφησης | μονογραφήσεων |
| Αιτιατική | μονογράφηση | μονογραφήσεις |
| Κλητική | μονογράφηση | μονογραφήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →