Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονογράφηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ανεπίσημη κύρωση με την υπογραφή των αρμοδίων μιας σύμβασης, συμφωνίας κτλ. πριν από την επίσημη υπογραφή της Βικιλεξικό
  2. προσθήκη της μονογραφής ενός αρμόδιου προσώπου σε κάποιο έγγραφο, συνήθ. ως ένδειξη αποδοχής του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονογράφηση < μονογραφώ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμονογράφησημονογραφήσεις
Γενικήμονογράφησηςμονογραφήσεων
Αιτιατικήμονογράφησημονογραφήσεις
Κλητικήμονογράφησημονογραφήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →