μονοθέσιος
•
- για όχημαπου έχει μόνον μία θέση (του οδηγού) ή οτιδήποτε διαθέτει μόνον ένα κάθισμα Βικιλεξικό
- μονοθέσιο αεροσκάφος
- μονοθέσιο αυτοκίνητο
- μονοθέσια καμπίνα
- για δημοτικό σχολείοπου έχει μια θέση δασκάλου με οργανικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοθέσιος < μονο- + -θέσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοθέσιος | μονοθέσια | μονοθέσιο |
| Γενική | μονοθέσιου | μονοθέσιας | μονοθέσιου |
| Αιτιατική | μονοθέσιο | μονοθέσια | μονοθέσιο |
| Κλητική | μονοθέσιε | μονοθέσια | μονοθέσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοθέσιοι | μονοθέσιες | μονοθέσια |
| Γενική | μονοθέσιων | μονοθέσιων | μονοθέσιων |
| Αιτιατική | μονοθέσιους | μονοθέσιες | μονοθέσια |
| Κλητική | μονοθέσιοι | μονοθέσιες | μονοθέσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →