Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονοθέσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για όχημαπου έχει μόνον μία θέση (του οδηγού) ή οτιδήποτε διαθέτει μόνον ένα κάθισμα Βικιλεξικό
    • μονοθέσιο αεροσκάφος
    • μονοθέσιο αυτοκίνητο
    • μονοθέσια καμπίνα
  2. για δημοτικό σχολείοπου έχει μια θέση δασκάλου με οργανικότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονοθέσιος < μονο- + -θέσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοθέσιοςμονοθέσιαμονοθέσιο
Γενικήμονοθέσιουμονοθέσιαςμονοθέσιου
Αιτιατικήμονοθέσιομονοθέσιαμονοθέσιο
Κλητικήμονοθέσιεμονοθέσιαμονοθέσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοθέσιοιμονοθέσιεςμονοθέσια
Γενικήμονοθέσιωνμονοθέσιωνμονοθέσιων
Αιτιατικήμονοθέσιουςμονοθέσιεςμονοθέσια
Κλητικήμονοθέσιοιμονοθέσιεςμονοθέσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →