Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονοθεϊστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το μονοθεϊσμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
    • Μονή Σινά, ιερός τόπος και για τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες! (Μονή Αγ. Αικατερίνης Σινά, εφημ. ΕΘΝΟΣ, 30/5/2025 https://www.ethnos.gr/history/article/367883/monhagaikaterinhssinagiatitreisthrhskeiesgonatizoynstonierotopoapotonmoyshstaleipsanathsagiaskaistonmoameth)
    • Έκτοτε, η θέση των Εβραίων στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βελτιώθηκε σημαντικά, καθώς η θρησκεία των Οθωμανών, το Ισλάμ, ήταν υπέρ της συνύπαρξης των μωαμεθανών με τους μονοθεϊστικούς λαούς της Βίβλου (Χρονικά, τόμος κγ', αρ. φύλλου 170, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2000, Όργανο του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου της Ελλάδος, σελ. 6 https://www.kis.gr/scanned/T170.pdf)

Ετυμολογία

μονοθεϊστικός (μαρτυρείται από το 1882) / 1885 < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική monothéistique < monothéiste < monothéisme < μονοθεϊστ(ής) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοθεϊστικόςμονοθεϊστικήμονοθεϊστικό
Γενικήμονοθεϊστικούμονοθεϊστικήςμονοθεϊστικού
Αιτιατικήμονοθεϊστικόμονοθεϊστικήμονοθεϊστικό
Κλητικήμονοθεϊστικέμονοθεϊστικήμονοθεϊστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοθεϊστικοίμονοθεϊστικέςμονοθεϊστικά
Γενικήμονοθεϊστικώνμονοθεϊστικώνμονοθεϊστικών
Αιτιατικήμονοθεϊστικούςμονοθεϊστικέςμονοθεϊστικά
Κλητικήμονοθεϊστικοίμονοθεϊστικέςμονοθεϊστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →