μονοκομματισμός
•
- πολιτικήτο μονοκομματικό πολιτικό σύστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοκομματισμός < μονοκομματικός + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοκομματισμός | μονοκομματισμοί |
| Γενική | μονοκομματισμού | μονοκομματισμών |
| Αιτιατική | μονοκομματισμό | μονοκομματισμούς |
| Κλητική | μονοκομματισμέ | μονοκομματισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →