μονοκοντυλιά
•
- γραμμή που γίνεται με μια κοντυλιά, μ’ ένα σύρσιμο του αντικειμένου γραφής, χωρίς διακοπή ή ανασήκωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοκοντυλιά < μονο- + κοντυλιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοκοντυλιά | μονοκοντυλιές |
| Γενική | μονοκοντυλιάς | μονοκοντυλιών |
| Αιτιατική | μονοκοντυλιά | μονοκοντυλιές |
| Κλητική | μονοκοντυλιά | μονοκοντυλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →