Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονοκόκαλος

/mo.noˈko.ka.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει (ή μοιάζει να έχει) ένα κόκαλο Βικιλεξικό
    • Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.
  2. συνεκδοχικάάκαμπτος, δύσκαμπτος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου δεν αλλάζει γνώμη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονοκόκαλος < μονο- + κόκαλ(ο) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοκόκαλοςμονοκόκαλημονοκόκαλο
Γενικήμονοκόκαλουμονοκόκαληςμονοκόκαλου
Αιτιατικήμονοκόκαλομονοκόκαλημονοκόκαλο
Κλητικήμονοκόκαλεμονοκόκαλημονοκόκαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοκόκαλοιμονοκόκαλεςμονοκόκαλα
Γενικήμονοκόκαλωνμονοκόκαλωνμονοκόκαλων
Αιτιατικήμονοκόκαλουςμονοκόκαλεςμονοκόκαλα
Κλητικήμονοκόκαλοιμονοκόκαλεςμονοκόκαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →