μονοκόκαλος
•
- κυριολεκτικάπου έχει (ή μοιάζει να έχει) ένα κόκαλο Βικιλεξικό
- Ἦταν λεπτή καί μονοκόκαλη σά γαζέλα. Μοῦ χάιδεψε τόν περτσέ. Μέ κράτησε ἀπʼ τό μπράτσο σφιχτά: «Ἔλα νά σοῦ δώσω ἕνα σεκερλεμέ», μοῦ εἶπε ψιθυριστά.
- συνεκδοχικάάκαμπτος, δύσκαμπτος Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν αλλάζει γνώμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοκόκαλος < μονο- + κόκαλ(ο) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοκόκαλος | μονοκόκαλη | μονοκόκαλο |
| Γενική | μονοκόκαλου | μονοκόκαλης | μονοκόκαλου |
| Αιτιατική | μονοκόκαλο | μονοκόκαλη | μονοκόκαλο |
| Κλητική | μονοκόκαλε | μονοκόκαλη | μονοκόκαλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοκόκαλοι | μονοκόκαλες | μονοκόκαλα |
| Γενική | μονοκόκαλων | μονοκόκαλων | μονοκόκαλων |
| Αιτιατική | μονοκόκαλους | μονοκόκαλες | μονοκόκαλα |
| Κλητική | μονοκόκαλοι | μονοκόκαλες | μονοκόκαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →