Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονολιθικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον μονόλιθο, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. που αποτελείται ή έχει φτιαχτεί από μία μόνο πέτρα, έναν λίθο Βικιλεξικό
    • που αποτελείται από, οδηγείται, αναλύεται σε μοναδική εκδοχή - πραγματικότητα
  3. μεταφορικάπου δύσκολα διασπάται, που είναι ομοιογενής Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάπου δύσκολα αλλάζει ή εξελίσσεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονολιθικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική monolithique < (ελληνιστική κοινή) + λιθικός < αρχαία ελληνική λίθος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονολιθικόςμονολιθικήμονολιθικό
Γενικήμονολιθικούμονολιθικήςμονολιθικού
Αιτιατικήμονολιθικόμονολιθικήμονολιθικό
Κλητικήμονολιθικέμονολιθικήμονολιθικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονολιθικοίμονολιθικέςμονολιθικά
Γενικήμονολιθικώνμονολιθικώνμονολιθικών
Αιτιατικήμονολιθικούςμονολιθικέςμονολιθικά
Κλητικήμονολιθικοίμονολιθικέςμονολιθικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →