μονολιθικός
•
- που έχει σχέση με τον μονόλιθο, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- που αποτελείται ή έχει φτιαχτεί από μία μόνο πέτρα, έναν λίθο Βικιλεξικό
- που αποτελείται από, οδηγείται, αναλύεται σε μοναδική εκδοχή - πραγματικότητα
- μεταφορικάπου δύσκολα διασπάται, που είναι ομοιογενής Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δύσκολα αλλάζει ή εξελίσσεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονολιθικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική monolithique < (ελληνιστική κοινή) + λιθικός < αρχαία ελληνική λίθος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονολιθικός | μονολιθική | μονολιθικό |
| Γενική | μονολιθικού | μονολιθικής | μονολιθικού |
| Αιτιατική | μονολιθικό | μονολιθική | μονολιθικό |
| Κλητική | μονολιθικέ | μονολιθική | μονολιθικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονολιθικοί | μονολιθικές | μονολιθικά |
| Γενική | μονολιθικών | μονολιθικών | μονολιθικών |
| Αιτιατική | μονολιθικούς | μονολιθικές | μονολιθικά |
| Κλητική | μονολιθικοί | μονολιθικές | μονολιθικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →