μονολιθικότητα
•
- το να είναι κάποιος μονολιθικός Βικιλεξικό
- μεταφορικάτο να είναι κάποιος ή κάτι αδιαίρετος, μονοσύστατος, χωρίς συστατικά (ή χωρίς δεύτερο συστατικό), μερολογικό απλό (mereological simple) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονολιθικότητα < μονολιθικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονολιθικότητα | μονολιθικότητες |
| Γενική | μονολιθικότητας | μονολιθικοτήτων |
| Αιτιατική | μονολιθικότητα | μονολιθικότητες |
| Κλητική | μονολιθικότητα | μονολιθικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →