μονολογία
•
- σπάνιοο μονόλογος, το να μιλάει κάποιος μόνος του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονολογία < μονόλογος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονολογία | μονολογίες |
| Γενική | μονολογίας | μονολογιών |
| Αιτιατική | μονολογία | μονολογίες |
| Κλητική | μονολογία | μονολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →