μονολογικός
•
- που έχει σχέση με τον μονόλογο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
- η συγγραφέας αναλύει τα παραμύθια των ρομ με βάση τη σχέση περιεχομένου και πλαισίου (κοινωνικού και επιτελεστικού) της αφήγησης. Διαπιστώνει ότι η αφήγηση είναι μια ενεργός διαδικασία, πολυφωνικού και όχι μονολογικού χαρακτήρα και εμπλέκει αποφασιστικά το αφηγούμενο πρόσωπο με τους ακροατές του. (Οι Ρομά στην Ελλάδα, επιμέλεια: Ευάγγελος Αυδίκος και Άννα Λυδάκη, Ελληνική Εταιρεία Εθνολογία, 2002, σελ. 19)
Ετυμολογία
μονολογικός < μονόλογος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονολογικός | μονολογική | μονολογικό |
| Γενική | μονολογικού | μονολογικής | μονολογικού |
| Αιτιατική | μονολογικό | μονολογική | μονολογικό |
| Κλητική | μονολογικέ | μονολογική | μονολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονολογικοί | μονολογικές | μονολογικά |
| Γενική | μονολογικών | μονολογικών | μονολογικών |
| Αιτιατική | μονολογικούς | μονολογικές | μονολογικά |
| Κλητική | μονολογικοί | μονολογικές | μονολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →