Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονολογώ

ρήμα
•
  1. μιλάω στον εαυτό μου, χωρίς να απευθύνομαι σε κάποιον άλλο Βικιλεξικό
    • Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτη κατάδυση: ...στον Ωκεάνιο Βυθό, εκδ. Δωδώνη, σελ. 41, 1997)

Ετυμολογία

μονολογώ < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική monologuer < monologue < αρχαία ελληνική μόνος + λέγω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμονολογώμονολογείςμονολογείμονολογούμεμονολογείτεμονολογούν / μονολογούνε
Παρατατικόςμονολογούσαμονολογούσεςμονολογούσεμονολογούσαμεμονολογούσατεμονολογούσαν / μονολογούσανε
Αόριστοςμονολόγησαμονολόγησεςμονολόγησεμονολογήσαμεμονολογήσατεμονολογήσαν / μονολογήσανε / μονολόγησαν
Μέλλονταςθα μονολογήσω / θα μονολογώθα μονολογήσεις / θα μονολογείςθα μονολογήσει / θα μονολογείθα μονολογήσουμε / θα μονολογούμεθα μονολογήσετε / θα μονολογείτεθα μονολογήσουν / θα μονολογήσουνε / θα μονολογούν / θα μονολογούνε
Παρακείμενοςέχω μονολογήσειέχεις μονολογήσειέχει μονολογήσειέχουμε μονολογήσειέχετε μονολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μονολογήσειείχες μονολογήσειείχε μονολογήσειείχαμε μονολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω μονολογήσει / να μονολογήσω / να μονολογώνα έχεις μονολογήσει / να μονολογήσεις / να μονολογείςνα έχει μονολογήσει / να μονολογήσει / να μονολογείνα έχουμε μονολογήσει / να μονολογήσουμε / να μονολογούμενα έχετε μονολογήσει / να μονολογήσετε / να μονολογείτενα μονολογήσουν / να μονολογήσουνε / να μονολογούν / να μονολογούνε
Προστακτική—μονολόγει / μονολόγησε——μονολογήστε / μονολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →