μονομαχώ
•
- παίρνω μέρος σε μονομαχία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονομαχώ < αρχαία ελληνική μονομᾰχέω / μονομᾰχῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μονομαχώ | μονομαχείς | μονομαχεί | μονομαχούμε | μονομαχείτε | μονομαχούν / μονομαχούνε |
| Παρατατικός | μονομαχούσα | μονομαχούσες | μονομαχούσε | μονομαχούσαμε | μονομαχούσατε | μονομαχούσαν / μονομαχούσανε |
| Αόριστος | μονομάχησα | μονομάχησες | μονομάχησε | μονομαχήσαμε | μονομαχήσατε | μονομάχησαν / μονομαχήσαν / μονομαχήσανε |
| Μέλλοντας | θα μονομαχήσω / θα μονομαχώ | θα μονομαχήσεις / θα μονομαχείς | θα μονομαχήσει / θα μονομαχεί | θα μονομαχήσουμε / θα μονομαχούμε | θα μονομαχήσετε / θα μονομαχείτε | θα μονομαχήσουν / θα μονομαχήσουνε / θα μονομαχούν / θα μονομαχούνε |
| Παρακείμενος | έχω μονομαχήσει | έχεις μονομαχήσει | έχει μονομαχήσει | έχουμε μονομαχήσει | έχετε μονομαχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μονομαχήσει | είχες μονομαχήσει | είχε μονομαχήσει | είχαμε μονομαχήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μονομαχήσει / να μονομαχήσω / να μονομαχώ | να έχεις μονομαχήσει / να μονομαχήσεις / να μονομαχείς | να έχει μονομαχήσει / να μονομαχήσει / να μονομαχεί | να έχουμε μονομαχήσει / να μονομαχήσουμε / να μονομαχούμε | να έχετε μονομαχήσει / να μονομαχήσετε / να μονομαχείτε | να μονομαχήσουν / να μονομαχήσουνε / να μονομαχούν / να μονομαχούνε |
| Προστακτική | — | μονομάχει / μονομάχησε | — | — | μονομαχήστε / μονομαχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →