μονομελής
•
- που αποτελείται από ένα μέλος Βικιλεξικό
- Η πρωτοβάθμια μονομελής πειθαρχική επιτροπή της Super League ανακοίνωσε την ποινή της για τα γεγονότα στο παιχνίδι ανάμεσα στον Παναθηναϊκό και τον Ιωνικό. Οι πράσινοι τιμωρήθηκαν με δύο αγωνιστικές κεκλεισμένων των θυρών και πρόστιμο 70.000 ευρώ. Η ποινή να σημειωθεί πως είναι εφέσιμη. (*)
- ουσιαστικοποιημένομονομελές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονομελής < αρχαία ελληνική μονομελής < μόνος + μέλος, μορφολογικά αναλύεται μονο- + -μελής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονομελής | μονομελής | μονομελές |
| Γενική | μονομελούς | μονομελούς | μονομελούς |
| Αιτιατική | μονομελή | μονομελή | μονομελές |
| Κλητική | μονομελή / μονομελής | μονομελής | μονομελές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονομελείς | μονομελείς | μονομελή |
| Γενική | μονομελών | μονομελών | μονομελών |
| Αιτιατική | μονομελείς | μονομελείς | μονομελή |
| Κλητική | μονομελείς | μονομελείς | μονομελή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →