Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονομελής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από ένα μέλος Βικιλεξικό
    • Η πρωτοβάθμια μονομελής πειθαρχική επιτροπή της Super League ανακοίνωσε την ποινή της για τα γεγονότα στο παιχνίδι ανάμεσα στον Παναθηναϊκό και τον Ιωνικό. Οι πράσινοι τιμωρήθηκαν με δύο αγωνιστικές κεκλεισμένων των θυρών και πρόστιμο 70.000 ευρώ. Η ποινή να σημειωθεί πως είναι εφέσιμη. (*)
  2. ουσιαστικοποιημένομονομελές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονομελής < αρχαία ελληνική μονομελής < μόνος + μέλος, μορφολογικά αναλύεται μονο- + -μελής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονομελήςμονομελήςμονομελές
Γενικήμονομελούςμονομελούςμονομελούς
Αιτιατικήμονομελήμονομελήμονομελές
Κλητικήμονομελή / μονομελήςμονομελήςμονομελές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονομελείςμονομελείςμονομελή
Γενικήμονομελώνμονομελώνμονομελών
Αιτιατικήμονομελείςμονομελείςμονομελή
Κλητικήμονομελείςμονομελείςμονομελή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →