μονομερώς
•
- με μονομερή τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονομερώς < ελληνιστική κοινή μονομερῶς < μονομερής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
μονομερώς < ελληνιστική κοινή μονομερῶς < μονομερής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →