μονοπέταλος
•
- βοτανικήπου τα πέταλά του συμφύονται είτε στη βάση τους είτε σε όλο σχεδόν το μήκος τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοπέταλος < μονο- + πέταλο + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοπέταλος | μονοπέταλη | μονοπέταλο |
| Γενική | μονοπέταλου | μονοπέταλης | μονοπέταλου |
| Αιτιατική | μονοπέταλο | μονοπέταλη | μονοπέταλο |
| Κλητική | μονοπέταλε | μονοπέταλη | μονοπέταλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοπέταλοι | μονοπέταλες | μονοπέταλα |
| Γενική | μονοπέταλων | μονοπέταλων | μονοπέταλων |
| Αιτιατική | μονοπέταλους | μονοπέταλες | μονοπέταλα |
| Κλητική | μονοπέταλοι | μονοπέταλες | μονοπέταλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →