Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονοπρόσωπος

/mo.noˈpɾo.so.pos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από ή σχετίζεται με ένα πρόσωπο Βικιλεξικό
    • Ωφελούμενα δύναται να είναι νοικοκυριά, μονοπρόσωπα ή πολυπρόσωπα, ενώ συμπεριλαμβάνονται και τα φιλοξενούμενα άτομα, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις φορολογίας του 2016, τα οποία δεν έχουν ίδιο δικαίωμα στην καταβολή κοινωνικού μερίσματος και προσμετρούνται υποχρεωτικά στη φιλοξενούσα οικογένεια. (Ρούλα Σαλούρου, Ποιοι δικαιούνται κοινωνικό μέρισμα και τι ποσό θα λάβουν, Η Καθημερινή, 25 Νοεμβρίου 2017)

Ετυμολογία

μονοπρόσωπος < ελληνιστική κοινή μονοπρόσωπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοπρόσωποςμονοπρόσωπημονοπρόσωπο
Γενικήμονοπρόσωπουμονοπρόσωπηςμονοπρόσωπου
Αιτιατικήμονοπρόσωπομονοπρόσωπημονοπρόσωπο
Κλητικήμονοπρόσωπεμονοπρόσωπημονοπρόσωπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοπρόσωποιμονοπρόσωπεςμονοπρόσωπα
Γενικήμονοπρόσωπωνμονοπρόσωπωνμονοπρόσωπων
Αιτιατικήμονοπρόσωπουςμονοπρόσωπεςμονοπρόσωπα
Κλητικήμονοπρόσωποιμονοπρόσωπεςμονοπρόσωπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →