Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονοπύρηνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει έναν πυρήνα Βικιλεξικό
    • (υλικό υπολογιστή) single-core: επεξεργαστής (ΚΜΕ) με έναν πυρήνα
    • Στο μέσο χόριο , παρατηρήθηκαν οζώδεις διηθήσεις από ουδετερόφιλα , μακροφάγα και άλλα μονοπύρηνα κύτταρα καθώς και ελεύθερα στελέχη των τριχών στο κέντρο τους σε περιοχή με ρήξη του θυλάκου των τριχών (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, τόμος 59, σελ. 67, 2008)

Ετυμολογία

μονοπύρηνος < → δείτε τις λέξεις μονο- και πυρήνας, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική single-core

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοπύρηνοςμονοπύρηνημονοπύρηνο
Γενικήμονοπύρηνουμονοπύρηνηςμονοπύρηνου
Αιτιατικήμονοπύρηνομονοπύρηνημονοπύρηνο
Κλητικήμονοπύρηνεμονοπύρηνημονοπύρηνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοπύρηνοιμονοπύρηνεςμονοπύρηνα
Γενικήμονοπύρηνωνμονοπύρηνωνμονοπύρηνων
Αιτιατικήμονοπύρηνουςμονοπύρηνεςμονοπύρηνα
Κλητικήμονοπύρηνοιμονοπύρηνεςμονοπύρηνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →