μονοσάνδαλος
•
- που φοράει ένα μόνο σανδάλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοσάνδαλος < αρχαία ελληνική μονοσάνδᾰλος, -ος, -ον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοσάνδαλος | μονοσάνδαλη | μονοσάνδαλο |
| Γενική | μονοσάνδαλου | μονοσάνδαλης | μονοσάνδαλου |
| Αιτιατική | μονοσάνδαλο | μονοσάνδαλη | μονοσάνδαλο |
| Κλητική | μονοσάνδαλε | μονοσάνδαλη | μονοσάνδαλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοσάνδαλοι | μονοσάνδαλες | μονοσάνδαλα |
| Γενική | μονοσάνδαλων | μονοσάνδαλων | μονοσάνδαλων |
| Αιτιατική | μονοσάνδαλους | μονοσάνδαλες | μονοσάνδαλα |
| Κλητική | μονοσάνδαλοι | μονοσάνδαλες | μονοσάνδαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →