Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονοσάνδαλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φοράει ένα μόνο σανδάλι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονοσάνδαλος < αρχαία ελληνική μονοσάνδᾰλος, -ος, -ον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοσάνδαλοςμονοσάνδαλημονοσάνδαλο
Γενικήμονοσάνδαλουμονοσάνδαληςμονοσάνδαλου
Αιτιατικήμονοσάνδαλομονοσάνδαλημονοσάνδαλο
Κλητικήμονοσάνδαλεμονοσάνδαλημονοσάνδαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοσάνδαλοιμονοσάνδαλεςμονοσάνδαλα
Γενικήμονοσάνδαλωνμονοσάνδαλωνμονοσάνδαλων
Αιτιατικήμονοσάνδαλουςμονοσάνδαλεςμονοσάνδαλα
Κλητικήμονοσάνδαλοιμονοσάνδαλεςμονοσάνδαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →