μονοτάξιος
•
- που έχει μία τάξη μόνο (για σχολείο) Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένομονοτάξιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοτάξιος < μονο- + τάξ(η) + -ιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοτάξιος | μονοτάξια | μονοτάξιο |
| Γενική | μονοτάξιου | μονοτάξιας | μονοτάξιου |
| Αιτιατική | μονοτάξιο | μονοτάξια | μονοτάξιο |
| Κλητική | μονοτάξιε | μονοτάξια | μονοτάξιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοτάξιοι | μονοτάξιες | μονοτάξια |
| Γενική | μονοτάξιων | μονοτάξιων | μονοτάξιων |
| Αιτιατική | μονοτάξιους | μονοτάξιες | μονοτάξια |
| Κλητική | μονοτάξιοι | μονοτάξιες | μονοτάξια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →