Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονοτυπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαταξινομική ομάδα με μία υποδεέστερη π.χ. ένα γένος με ένα μόνο είδος, ή ένα είδος με ένα υποείδος Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με τη μονοτυπία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονοτυπικός < μονο- + τυπικός # μονοτυπικός < μονοτυπία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοτυπικόςμονοτυπικήμονοτυπικό
Γενικήμονοτυπικούμονοτυπικήςμονοτυπικού
Αιτιατικήμονοτυπικόμονοτυπικήμονοτυπικό
Κλητικήμονοτυπικέμονοτυπικήμονοτυπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοτυπικοίμονοτυπικέςμονοτυπικά
Γενικήμονοτυπικώνμονοτυπικώνμονοτυπικών
Αιτιατικήμονοτυπικούςμονοτυπικέςμονοτυπικά
Κλητικήμονοτυπικοίμονοτυπικέςμονοτυπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →