μονοτυπικός
•
- βιολογίαταξινομική ομάδα με μία υποδεέστερη π.χ. ένα γένος με ένα μόνο είδος, ή ένα είδος με ένα υποείδος Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με τη μονοτυπία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοτυπικός < μονο- + τυπικός # μονοτυπικός < μονοτυπία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοτυπικός | μονοτυπική | μονοτυπικό |
| Γενική | μονοτυπικού | μονοτυπικής | μονοτυπικού |
| Αιτιατική | μονοτυπικό | μονοτυπική | μονοτυπικό |
| Κλητική | μονοτυπικέ | μονοτυπική | μονοτυπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοτυπικοί | μονοτυπικές | μονοτυπικά |
| Γενική | μονοτυπικών | μονοτυπικών | μονοτυπικών |
| Αιτιατική | μονοτυπικούς | μονοτυπικές | μονοτυπικά |
| Κλητική | μονοτυπικοί | μονοτυπικές | μονοτυπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →