μονοφωνικός
•
- μουσικήπου έχει σχέση με τη μονοφωνία ή αναφέρεται σ’ αυτή (είτε μουσική είτε άλλου είδους) Βικιλεξικό
- Όλα τα εγκώμια μάλιστα που αφειδώς επιδαψιλεύονται από γλωσσαμύντορες παντός συμφέροντος επί της ελληνικής δε δείχνουν παρά μόνο μια πραγματικότητα: τη μονοφωνική αυτάρκεια της γλωσσικής κατάστασης, την αδυναμία της γλώσσας, όχι πλέον στο επίπεδο ιδεών αλλά ... (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 436-439, 2003, σελ. 89)
- μουσικήπου έχει εγγραφεί σε ένα μόνο κανάλι ήχου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονοφωνικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική monophonic < monophony < ελληνιστική κοινή μονόφωνος < αρχαία ελληνική μόνος + φωνή
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοφωνικός | μονοφωνική | μονοφωνικό |
| Γενική | μονοφωνικού | μονοφωνικής | μονοφωνικού |
| Αιτιατική | μονοφωνικό | μονοφωνική | μονοφωνικό |
| Κλητική | μονοφωνικέ | μονοφωνική | μονοφωνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονοφωνικοί | μονοφωνικές | μονοφωνικά |
| Γενική | μονοφωνικών | μονοφωνικών | μονοφωνικών |
| Αιτιατική | μονοφωνικούς | μονοφωνικές | μονοφωνικά |
| Κλητική | μονοφωνικοί | μονοφωνικές | μονοφωνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →