μοντέρ
•
- επάγγελμαστον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, ο καλλιτέχνης ή τεχνικός που ασχολείται με το μοντάζ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοντέρ < (άμεσο δάνειο) γαλλική monteur < montage
Άλλοι τύποι
μοντέζ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →