μονταζιέρα
•
- τεχνολογίασυσκευή ή πρόγραμμα υπολογιστή με τα οποία γίνεται το μοντάζ εικόνας ή ήχου Βικιλεξικό
- τυπογραφίαεπιφάνεια πάνω στην οποία επεξεργαζόμαστε το προς εκτύπωση υλικό Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροπαγανδιστικός (κομματικός ή άλλος) μηχανισμός που εσκεμμένα παραπληροφορεί μεταδίδοντας χαλκευμένες ειδήσεις Βικιλεξικό
- «Από την πρώτη στιγμή είχαμε υποστηρίξει σε όλους τους τόνους ότι δεν υπήρξε καμία "μονταζιέρα Μαξίμου"» και ότι το σύνολο των συνομιλιών παραδόθηκε αυτούσιο στη Δικαιοσύνη», αναφέρει μεταξύ άλλων ο κ. Μαρινάκης.
Ετυμολογία
μονταζιέρα (νεολογισμός) < μοντάζ + -ιέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονταζιέρα | μονταζιέρες |
| Γενική | μονταζιέρας | — |
| Αιτιατική | μονταζιέρα | μονταζιέρες |
| Κλητική | μονταζιέρα | μονταζιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →