μοντελοποίηση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μοντελοποιώ Βικιλεξικό
- Η μοντελοποίηση επιχειρησιακών διεργασιών αποτελεί ένα βασικό στοιχείο του Business Performance Management, ένας επιχειρησιακός όρος για την προσπάθεια των εταιρειών να διαχειριστούν τόσο τις επιχειρησιακές τους διεργασίες όσο και τα συστήματα πληροφορικής τους σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο.
Ετυμολογία
μοντελοποίηση < αγγλική modelling ή γαλλική modélisation. Μορφολογικά αναλύεται σε μοντέλο + -ποίηση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μοντελοποίηση | μοντελοποιήσεις |
| Γενική | μοντελοποίησης | μοντελοποιήσεων |
| Αιτιατική | μοντελοποίηση | μοντελοποιήσεις |
| Κλητική | μοντελοποίηση | μοντελοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →