μοντελοποιώ
•
- μηχανικήπαρουσιάζω ένα πρόβλημα ]της μηχανικής μέσω ειδικού λογισμικού Βικιλεξικό
- Η Νέα Υόρκη βυθίζεται και οι ουρανοξύστες της είναι αυτοί που τη βυθίζουν. Αυτό είναι το συμπέρασμα μιας νέας μελέτης που μοντελοποίησε τη γεωλογία κάτω από την πόλη σε σύγκριση με δορυφορικά δεδομένα που δείχνουν ότι το αποτύπωμά της καταρρέει στη Γη.
- γενικότεραπαρουσιάζω κάποιο φαινόμενο μέσω μοντέλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοντελοποιώ < αγγλική model ή γαλλική modéliser. Μορφολογικά αναλύεται σε μοντέλο + -ποιώ.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μοντελοποιώ | μοντελοποιείς | μοντελοποιεί | μοντελοποιούμε | μοντελοποιείτε | μοντελοποιούν / μοντελοποιούνε |
| Παρατατικός | μοντελοποιούσα | μοντελοποιούσες | μοντελοποιούσε | μοντελοποιούσαμε | μοντελοποιούσατε | μοντελοποιούσαν / μοντελοποιούσανε |
| Αόριστος | μοντελοποίησα | μοντελοποίησες | μοντελοποίησε | μοντελοποιήσαμε | μοντελοποιήσατε | μοντελοποίησαν / μοντελοποιήσαν / μοντελοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα μοντελοποιήσω / θα μοντελοποιώ | θα μοντελοποιήσεις / θα μοντελοποιείς | θα μοντελοποιήσει / θα μοντελοποιεί | θα μοντελοποιήσουμε / θα μοντελοποιούμε | θα μοντελοποιήσετε / θα μοντελοποιείτε | θα μοντελοποιήσουν / θα μοντελοποιήσουνε / θα μοντελοποιούν / θα μοντελοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω μοντελοποιήσει | έχεις μοντελοποιήσει | έχει μοντελοποιήσει | έχουμε μοντελοποιήσει | έχετε μοντελοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μοντελοποιήσει | είχες μοντελοποιήσει | είχε μοντελοποιήσει | είχαμε μοντελοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μοντελοποιήσει / να μοντελοποιήσω / να μοντελοποιώ | να έχεις μοντελοποιήσει / να μοντελοποιήσεις / να μοντελοποιείς | να έχει μοντελοποιήσει / να μοντελοποιήσει / να μοντελοποιεί | να έχουμε μοντελοποιήσει / να μοντελοποιήσουμε / να μοντελοποιούμε | να έχετε μοντελοποιήσει / να μοντελοποιήσετε / να μοντελοποιείτε | να μοντελοποιήσουν / να μοντελοποιήσουνε / να μοντελοποιούν / να μοντελοποιούνε |
| Προστακτική | — | μοντελοποίει / μοντελοποίησε | — | — | μοντελοποιήστε / μοντελοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →