μονωσάς
•
- επάγγελμααυτός που έχει ως επάγγελμα την εγκατάσταση μονωτικών υλικών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονωσάς < μόνωσ(η) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονωσάς | μονωσάδες |
| Γενική | μονωσά | μονωσάδων |
| Αιτιατική | μονωσά | μονωσάδες |
| Κλητική | μονωσά | μονωσάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →