μονόθεμος
•
- γραμματικήγια λέξη που το θέμα της παραμένει αμετάβλητο και μοναδικό, κατά την κλίση της Βικιλεξικό
- Ενα μονόθεμο αρχαίο ουσιαστικό είναι το «ὁ χιτών, τοῦ χιτῶν-ος». Το θέμα του δεν αλλάζει, το ωμέγα παραμ;eνει. Αντίθετα, το «ὁ ἡγεμών, τοῦ ἡγεμόν-ος» είναι διπλόθεμο· ἡγεμων- ἡγεμον-.
- 1931 Τζάρτζανος, Αχιλλεύς, Γραμματική της αρχαίας ελληνικής γλώσσης. ΟΕΔΒ 1975, 23η έκδοση @library.iep.edu.gr (ΙΕΠ). 1η έκδοση:1931, ΟΕΣΒ. [καθαρεύουσα, γραφή:πολυτονική]. §64
- καθαρεύουσαμονόθεμος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονόθεμος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα μονόθεμος, -ος, -ον. Συγχρονικά αναλύεται σε μονό- + θέμ(α) + -ος ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονόθεμος | μονόθεμη | μονόθεμο / τὸ / μονόθεμον |
| Γενική | μονόθεμου / τῆς / μονοθέμου / τοῦ | μονόθεμης | μονόθεμου / μονοθέμου / τοῦ |
| Αιτιατική | μονόθεμο / τὸν / μονόθεμον / τὴν | μονόθεμη | μονόθεμο / τὸ / μονόθεμον |
| Κλητική | μονόθεμε | μονόθεμη | μονόθεμο / μονόθεμον |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονόθεμοι / οἱ / αἱ | μονόθεμες | μονόθεμα / τὰ |
| Γενική | μονόθεμων / τῶν / μονοθέμων | μονόθεμων | μονόθεμων / τῶν / μονοθέμων |
| Αιτιατική | μονόθεμους / τοὺς / μονοθέμους / τὰς | μονόθεμες | μονόθεμα / τὰ |
| Κλητική | μονόθεμοι | μονόθεμες | μονόθεμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →