Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μόνος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χωρίς άρθροολομόναχος, δίχως συντροφιά ή βοήθεια· δείτε και την αντωνυμία παρακάτω Βικιλεξικό
    • έμεινε μόνος στη ζωή
  2. με άρθροο μοναδικός Βικιλεξικό
    • ο Κώστας ήταν ο μόνος που έτρεξε να βοηθήσει

Ετυμολογία

μόνος < αρχαία ελληνική μόνος < πρωτοελληνική *monwo- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mey- (μικρός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμόνοςμόνημόνο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μονός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο ή μέλος ή κομμάτι Βικιλεξικό
  2. για ακέραιους αριθμούςπεριττός, που δεν διαιρείται με το δύο Βικιλεξικό
  3. συνεκδοχικάαυτοκίνητο που ο αριθμός κυκλοφορίας του είναι μονός, που λήγει σε μονό ψηφίο Βικιλεξικό
  4. συνεκδοχικάο οδηγός ή ο ιδιοκτήτης αυτοκινήτου που έχει μονό αριθμό κυκλοφορίας Βικιλεξικό
  5. Το θηλυκό ως ουσιαστικό, η μονή, το μοναστήρι βλέπε λέξη. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονός < αρχαία ελληνική μόνος (μεταφορά του τονισμού κατά τα απλός, διπλός κλπ)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονόςμονήμονό
Γενικήμονούμονήςμονού
Αιτιατικήμονόμονήμονό
Κλητικήμονέμονήμονό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονοίμονέςμονά
Γενικήμονώνμονώνμονών
Αιτιατικήμονούςμονέςμονά
Κλητικήμονοίμονέςμονά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μόνος

αντωνυμία
•
  1. οριστική αντωνυμίαχωρίς συνοδεία ή βοήθεια Βικιλεξικό
    • πρέπει να βρεις τη λύση μόνος σου
    • το έκανε από μόνος του

Ετυμολογία

μόνος < αρχαία ελληνική μόνος < πρωτοελληνική *monwo- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mey- (μικρός)

Άλλοι τύποι

μαςμουσαςσου

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →