μονόστηλο
•
- στη δημοσιογραφική ορολογία και στις γραφιστικές τέχνεςτο κείμενο ή η φωτογραφία που καταλαμβάνει μία στήλη ή τμήμα της σε μία σελίδα η οποία χωρίζεται νοητά σε 3-4 στήλες Βικιλεξικό
- γράψε κι ένα μονόστηλο (80-150 λέξεις) για το τροχαίο
Ετυμολογία
μονόστηλο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μονόστηλος < μονο- + στήλη < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική single-column
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονόστηλο | μονόστηλα |
| Γενική | μονόστηλου | μονόστηλων |
| Αιτιατική | μονόστηλο | μονόστηλα |
| Κλητική | μονόστηλο | μονόστηλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →