μονότερμα
•
- αθλητισμόςείδος ποδοσφαίρου όπου οι δύο αντίπαλες (ολιγομελείς συνήθως) ομάδες προσπαθούν να βάλουν γκολ σε ένα και μόνο τέρμα (ο τερματοφύλακας δεν είναι μέλος καμίας από τις δύο ομάδες) Βικιλεξικό
- Ήμασταν στο γήπεδο μόνο πέντε παιδιά κι αποφασίσαμε να παίξουμε μονότερμα. Ρίξαμε κλήρο κι ο Γιώργος έκατσε τερματοφύλακας.
Ετυμολογία
μονότερμα < μονό- + τέρμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονότερμα | — |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μονότερμα | — |
| Κλητική | μονότερμα | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →