Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονότερμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αθλητισμόςείδος ποδοσφαίρου όπου οι δύο αντίπαλες (ολιγομελείς συνήθως) ομάδες προσπαθούν να βάλουν γκολ σε ένα και μόνο τέρμα (ο τερματοφύλακας δεν είναι μέλος καμίας από τις δύο ομάδες) Βικιλεξικό
    • Ήμασταν στο γήπεδο μόνο πέντε παιδιά κι αποφασίσαμε να παίξουμε μονότερμα. Ρίξαμε κλήρο κι ο Γιώργος έκατσε τερματοφύλακας.

Ετυμολογία

μονότερμα < μονό- + τέρμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμονότερμα—
Γενική——
Αιτιατικήμονότερμα—
Κλητικήμονότερμα—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μονότερμα

επίρρημα
•
  1. τους πήραμε μονότερμα: για να δηλωθεί η απόλυτη υπεροχή της μιας ομάδας η οποία επιτίθεται συνεχώς και επομένως ο αγώνας γίνεται μπροστά στο ένα μόνο τέρμα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάόταν σε ένα διάλογο μιλάει μόνο ο ένας και δεν αφήνει τον άλλο να μιλήσει κι αυτός Βικιλεξικό
    • Σταμάτα τώρα και άσε και κάποιον άλλον να μιλήσει, γιατί τους πήρες μονότερμα τους ανθρώπους.

Ετυμολογία

μονότερμα < μονό- + τέρμα

Άλλοι τύποι

μονότερμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →