Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μονότροπος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβαίνει κατά έναν μόνο τρόπο Βικιλεξικό
  2. φυσικήπου έχει σχέση με τη μονοτροπία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μονότροπος < αρχαία ελληνική μονότροπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονότροποςμονότροπημονότροπο
Γενικήμονότροπουμονότροπηςμονότροπου
Αιτιατικήμονότροπομονότροπημονότροπο
Κλητικήμονότροπεμονότροπημονότροπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμονότροποιμονότροπεςμονότροπα
Γενικήμονότροπωνμονότροπωνμονότροπων
Αιτιατικήμονότροπουςμονότροπεςμονότροπα
Κλητικήμονότροποιμονότροπεςμονότροπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →