μονόφυλλο
•
- βοτανικήπου έχει μόνο ένα φύλλο Βικιλεξικό
- για κάτι (ύφασμα, τετράδιο κ.λπ.) που αποτελείται από ένα μόνο φύλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονόφυλλο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου μονόφυλλος < ελληνιστική κοινή μονόφυλλος < αρχαία ελληνική μόνος + φύλλον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μονόφυλλο | μονόφυλλα |
| Γενική | μονοφύλλου / μονόφυλλου | μονοφύλλων / μονόφυλλων |
| Αιτιατική | μονόφυλλο | μονόφυλλα |
| Κλητική | μονόφυλλο | μονόφυλλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →