μορταρία
•
- αληταρία, συμμορία από μόρτηδες Βικιλεξικό
- Εκεί βασίλευαν οι συμμορίες, […] διάφορα αδέσποτα αγόρια που δεν ανήκανε σε κανένα σχολειό και τα λέγανε: η μορταρία. Η κάθε συμμορία διάλεγε μια περιοχή που ήταν η έδρα της και δεν άφηνε κανένα αγόρι, έξω από τα μέλη της, να πλησιάσει εκεί.
Ετυμολογία
μορταρία < μόρτ(ης) + -αρία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μορταρία | μορταρίες |
| Γενική | μορταρίας | — |
| Αιτιατική | μορταρία | μορταρίες |
| Κλητική | μορταρία | μορταρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →