Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μορτιτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μορτίτη / κολίγα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μορτιτικός < μορτίτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμορτιτικόςμορτιτικήμορτιτικό
Γενικήμορτιτικούμορτιτικήςμορτιτικού
Αιτιατικήμορτιτικόμορτιτικήμορτιτικό
Κλητικήμορτιτικέμορτιτικήμορτιτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμορτιτικοίμορτιτικέςμορτιτικά
Γενικήμορτιτικώνμορτιτικώνμορτιτικών
Αιτιατικήμορτιτικούςμορτιτικέςμορτιτικά
Κλητικήμορτιτικοίμορτιτικέςμορτιτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →