μορφογένεση
•
- βιολογίαη εξέλιξη της μορφής, ή δομής, ενός έμβιου οργανισμού στη διάρκεια της ζωής του ατόμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μορφογένεση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική morphogenesis < αρχαία ελληνική μορφή + γένεσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μορφογένεση | μορφογενέσεις |
| Γενική | μορφογένεσης | μορφογενέσεων |
| Αιτιατική | μορφογένεση | μορφογενέσεις |
| Κλητική | μορφογένεση | μορφογενέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →