Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μορφοποιούμαι

ρήμα
•
  1. για έντυπα ή άλλα μέσα τα κείμενα των οποίων, η ύλη, πρέπει να πάρει συγκεκριμένη μορφή ώστε να σελιδοποιηθεί και να τυπωθεί ή να δημοσιευθεί σε άλλο μέσο Βικιλεξικό
    • τα μορφοποιημένα κείμενα είναι τα διαμορφωμένα με τα κατάλληλα στοιχεία, μεγέθη και χαρακτηριστικά ώστε να προωθηθούν στο επόμενο στάδιο επεξεργασίας προτου εκτυπωθουν ή δημοσιευθούν
  2. κάτι ασαφές ή αφηρημένο ή συγκεχυμένο παίρνει πιο κατανοητή μορφή Βικιλεξικό
    • μορφοποιούνται σκέψεις, προβληματισμοι, σχέδια, όνειρα
  3. μια εικόνα, ένα βίντεο, μια φωτογραφία ή και μια ολόκληρη ταινια μεγάλου μήκους αλλάζει μορφή με ψηφιακά μέσα Βικιλεξικό
    • μορφοποιούνται οι ταινιες κινουμένων σχεδίων αλλά και οπτικο υλικό που κάποιος θέλει να παραμορφώσει
  4. υπολογιστέςσχηματίζονται οι λογικές δομές αλλά και η υλική δομή σε ένα σκληρό δίσκο υπολογιστή ή σε μια δισκέτα (φορμάτ) Βικιλεξικό
    • μορφοποιειται ο δίσκος

Ετυμολογία

μορφοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος μορφοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμορφοποιούμαιμορφοποιείσαιμορφοποιείταιμορφοποιούμαστεμορφοποιείστεμορφοποιούνται
Παρατατικόςμορφοποιούμουνμορφοποιούσουνμορφοποιούντανμορφοποιούμασταν / μορφοποιούμαστεμορφοποιούσασταν / μορφοποιούσαστεμορφοποιούνταν
Αόριστοςμορφοποιήθηκαμορφοποιήθηκεςμορφοποιήθηκεμορφοποιηθήκαμεμορφοποιηθήκατεμορφοποιήθηκαν / μορφοποιηθήκαν / μορφοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα μορφοποιηθώ / θα μορφοποιούμαιθα μορφοποιείσαι / θα μορφοποιηθείςθα μορφοποιείται / θα μορφοποιηθείθα μορφοποιηθούμε / θα μορφοποιούμαστεθα μορφοποιείστε / θα μορφοποιηθείτεθα μορφοποιηθούν / θα μορφοποιηθούνε / θα μορφοποιούνται
Παρακείμενοςέχω μορφοποιηθείέχεις μορφοποιηθείέχει μορφοποιηθείέχουμε μορφοποιηθείέχετε μορφοποιηθείέχουν μορφοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα μορφοποιηθείείχες μορφοποιηθείείχε μορφοποιηθείείχαμε μορφοποιηθείείχατε μορφοποιηθείείχαν μορφοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω μορφοποιηθεί / να μορφοποιηθώ / να μορφοποιούμαινα έχεις μορφοποιηθεί / να μορφοποιείσαι / να μορφοποιηθείςνα έχει μορφοποιηθεί / να μορφοποιείται / να μορφοποιηθείνα έχουμε μορφοποιηθεί / να μορφοποιηθούμε / να μορφοποιούμαστενα έχετε μορφοποιηθεί / να μορφοποιείστε / να μορφοποιηθείτενα έχουν μορφοποιηθεί / να μορφοποιηθούν / να μορφοποιηθούνε / να μορφοποιούνται
Προστακτική—μορφοποιήσου——μορφοποιείστε / μορφοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →