μορφοποιούμαι
•
- για έντυπα ή άλλα μέσα τα κείμενα των οποίων, η ύλη, πρέπει να πάρει συγκεκριμένη μορφή ώστε να σελιδοποιηθεί και να τυπωθεί ή να δημοσιευθεί σε άλλο μέσο Βικιλεξικό
- τα μορφοποιημένα κείμενα είναι τα διαμορφωμένα με τα κατάλληλα στοιχεία, μεγέθη και χαρακτηριστικά ώστε να προωθηθούν στο επόμενο στάδιο επεξεργασίας προτου εκτυπωθουν ή δημοσιευθούν
- κάτι ασαφές ή αφηρημένο ή συγκεχυμένο παίρνει πιο κατανοητή μορφή Βικιλεξικό
- μορφοποιούνται σκέψεις, προβληματισμοι, σχέδια, όνειρα
- μια εικόνα, ένα βίντεο, μια φωτογραφία ή και μια ολόκληρη ταινια μεγάλου μήκους αλλάζει μορφή με ψηφιακά μέσα Βικιλεξικό
- μορφοποιούνται οι ταινιες κινουμένων σχεδίων αλλά και οπτικο υλικό που κάποιος θέλει να παραμορφώσει
- υπολογιστέςσχηματίζονται οι λογικές δομές αλλά και η υλική δομή σε ένα σκληρό δίσκο υπολογιστή ή σε μια δισκέτα (φορμάτ) Βικιλεξικό
- μορφοποιειται ο δίσκος
Ετυμολογία
μορφοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος μορφοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μορφοποιούμαι | μορφοποιείσαι | μορφοποιείται | μορφοποιούμαστε | μορφοποιείστε | μορφοποιούνται |
| Παρατατικός | μορφοποιούμουν | μορφοποιούσουν | μορφοποιούνταν | μορφοποιούμασταν / μορφοποιούμαστε | μορφοποιούσασταν / μορφοποιούσαστε | μορφοποιούνταν |
| Αόριστος | μορφοποιήθηκα | μορφοποιήθηκες | μορφοποιήθηκε | μορφοποιηθήκαμε | μορφοποιηθήκατε | μορφοποιήθηκαν / μορφοποιηθήκαν / μορφοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα μορφοποιηθώ / θα μορφοποιούμαι | θα μορφοποιείσαι / θα μορφοποιηθείς | θα μορφοποιείται / θα μορφοποιηθεί | θα μορφοποιηθούμε / θα μορφοποιούμαστε | θα μορφοποιείστε / θα μορφοποιηθείτε | θα μορφοποιηθούν / θα μορφοποιηθούνε / θα μορφοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω μορφοποιηθεί | έχεις μορφοποιηθεί | έχει μορφοποιηθεί | έχουμε μορφοποιηθεί | έχετε μορφοποιηθεί | έχουν μορφοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα μορφοποιηθεί | είχες μορφοποιηθεί | είχε μορφοποιηθεί | είχαμε μορφοποιηθεί | είχατε μορφοποιηθεί | είχαν μορφοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω μορφοποιηθεί / να μορφοποιηθώ / να μορφοποιούμαι | να έχεις μορφοποιηθεί / να μορφοποιείσαι / να μορφοποιηθείς | να έχει μορφοποιηθεί / να μορφοποιείται / να μορφοποιηθεί | να έχουμε μορφοποιηθεί / να μορφοποιηθούμε / να μορφοποιούμαστε | να έχετε μορφοποιηθεί / να μορφοποιείστε / να μορφοποιηθείτε | να έχουν μορφοποιηθεί / να μορφοποιηθούν / να μορφοποιηθούνε / να μορφοποιούνται |
| Προστακτική | — | μορφοποιήσου | — | — | μορφοποιείστε / μορφοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →