Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μορφοποιώ

ρήμα
•
  1. δίνω σε κάτι συγκεκριμένη μορφή Βικιλεξικό
  2. δίνω σε κάτι την επιθυμητή μορφή Βικιλεξικό
    • το κείμενο πρέπει να μορφοποιηθεί για να εκτυπωθεί

Ετυμολογία

μορφοποιώ < μορφή + ποιώ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμορφοποιώμορφοποιείςμορφοποιείμορφοποιούμεμορφοποιείτεμορφοποιούν / μορφοποιούνε
Παρατατικόςμορφοποιούσαμορφοποιούσεςμορφοποιούσεμορφοποιούσαμεμορφοποιούσατεμορφοποιούσαν / μορφοποιούσανε
Αόριστοςμορφοποίησαμορφοποίησεςμορφοποίησεμορφοποιήσαμεμορφοποιήσατεμορφοποίησαν / μορφοποιήσαν / μορφοποιήσανε
Μέλλονταςθα μορφοποιήσω / θα μορφοποιώθα μορφοποιήσεις / θα μορφοποιείςθα μορφοποιήσει / θα μορφοποιείθα μορφοποιήσουμε / θα μορφοποιούμεθα μορφοποιήσετε / θα μορφοποιείτεθα μορφοποιήσουν / θα μορφοποιήσουνε / θα μορφοποιούν / θα μορφοποιούνε
Παρακείμενοςέχω μορφοποιήσειέχεις μορφοποιήσειέχει μορφοποιήσειέχουμε μορφοποιήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα μορφοποιήσειείχες μορφοποιήσειείχε μορφοποιήσειείχαμε μορφοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω μορφοποιήσει / να μορφοποιήσω / να μορφοποιώνα έχεις μορφοποιήσει / να μορφοποιήσεις / να μορφοποιείςνα έχει μορφοποιήσει / να μορφοποιήσει / να μορφοποιείνα έχουμε μορφοποιήσει / να μορφοποιήσουμε / να μορφοποιούμενα μορφοποιήσετε / να μορφοποιείτενα μορφοποιήσουν / να μορφοποιήσουνε / να μορφοποιούν / να μορφοποιούνε
Προστακτική—μορφοποίει / μορφοποίησε——μορφοποιήστε / μορφοποιείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μορφοποιούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →