μορφοποιώ
•
- δίνω σε κάτι συγκεκριμένη μορφή Βικιλεξικό
- δίνω σε κάτι την επιθυμητή μορφή Βικιλεξικό
- το κείμενο πρέπει να μορφοποιηθεί για να εκτυπωθεί
Ετυμολογία
μορφοποιώ < μορφή + ποιώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μορφοποιώ | μορφοποιείς | μορφοποιεί | μορφοποιούμε | μορφοποιείτε | μορφοποιούν / μορφοποιούνε |
| Παρατατικός | μορφοποιούσα | μορφοποιούσες | μορφοποιούσε | μορφοποιούσαμε | μορφοποιούσατε | μορφοποιούσαν / μορφοποιούσανε |
| Αόριστος | μορφοποίησα | μορφοποίησες | μορφοποίησε | μορφοποιήσαμε | μορφοποιήσατε | μορφοποίησαν / μορφοποιήσαν / μορφοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα μορφοποιήσω / θα μορφοποιώ | θα μορφοποιήσεις / θα μορφοποιείς | θα μορφοποιήσει / θα μορφοποιεί | θα μορφοποιήσουμε / θα μορφοποιούμε | θα μορφοποιήσετε / θα μορφοποιείτε | θα μορφοποιήσουν / θα μορφοποιήσουνε / θα μορφοποιούν / θα μορφοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω μορφοποιήσει | έχεις μορφοποιήσει | έχει μορφοποιήσει | έχουμε μορφοποιήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μορφοποιήσει | είχες μορφοποιήσει | είχε μορφοποιήσει | είχαμε μορφοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μορφοποιήσει / να μορφοποιήσω / να μορφοποιώ | να έχεις μορφοποιήσει / να μορφοποιήσεις / να μορφοποιείς | να έχει μορφοποιήσει / να μορφοποιήσει / να μορφοποιεί | να έχουμε μορφοποιήσει / να μορφοποιήσουμε / να μορφοποιούμε | να μορφοποιήσετε / να μορφοποιείτε | να μορφοποιήσουν / να μορφοποιήσουνε / να μορφοποιούν / να μορφοποιούνε |
| Προστακτική | — | μορφοποίει / μορφοποίησε | — | — | μορφοποιήστε / μορφοποιείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μορφοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →