Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μορφωτής

/moɾ.foˈtis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άτομο το οποίο διαμορφώνει κάποια κατάσταση Βικιλεξικό
    • Ο Γαίγκερ (Werner Jaeger, 1888-1961) αναφέρει πως «ο παιδευτικός ρόλος των Ελλήνων μέσα στην ιστορία της αγωγής στάθηκε μια από τις κυριότερες αιτίες του κοσμοϊστορικού τους έργο. Οι Έλληνες έγιναν ο λαός μορφωτής της ανθρωπότητας, γιατί είναι οι πραγματικοί δημιουργοί της παιδείας, δηλ. της γνήσιας ανθρώπινης παιδείας».

Ετυμολογία

μορφωτής < μορφώ(νω) + -τής• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμορφωτήςμορφωτές
Γενικήμορφωτήμορφωτών
Αιτιατικήμορφωτήμορφωτές
Κλητικήμορφωτήμορφωτές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →