μοσχομυρίζω
•
- μυρίζω πολύ ωραία, αναδίδω μια υπέροχη μυρωδιά, μοσχοβολώ, ευωδιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μοσχομυρίζω < μόσχος + μυρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μοσχομυρίζω | μοσχομυρίζεις | μοσχομυρίζει | μοσχομυρίζουμε | μοσχομυρίζετε | μοσχομυρίζουν / μοσχομυρίζουνε |
| Παρατατικός | μοσχομύριζα | μοσχομύριζες | μοσχομύριζε | μοσχομυρίζαμε | μοσχομυρίζατε | μοσχομυρίζαν / μοσχομυρίζανε / μοσχομύριζαν |
| Αόριστος | μοσχομύρισα | μοσχομύρισες | μοσχομύρισε | μοσχομυρίσαμε | μοσχομυρίσατε | μοσχομυρίσαν / μοσχομυρίσανε / μοσχομύρισαν |
| Μέλλοντας | θα μοσχομυρίζω / θα μοσχομυρίσω | θα μοσχομυρίζεις / θα μοσχομυρίσεις | θα μοσχομυρίζει / θα μοσχομυρίσει | θα μοσχομυρίζουμε / θα μοσχομυρίσουμε | θα μοσχομυρίζετε / θα μοσχομυρίσετε | θα μοσχομυρίζουν / θα μοσχομυρίζουνε / θα μοσχομυρίσουν / θα μοσχομυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μοσχομυρίσει | έχεις μοσχομυρίσει | έχει μοσχομυρίσει | έχουμε μοσχομυρίσει | έχετε μοσχομυρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μοσχομυρίσει | είχες μοσχομυρίσει | είχε μοσχομυρίσει | είχαμε μοσχομυρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μοσχομυρίσει / να μοσχομυρίζω / να μοσχομυρίσω | να έχεις μοσχομυρίσει / να μοσχομυρίζεις / να μοσχομυρίσεις | να έχει μοσχομυρίσει / να μοσχομυρίζει / να μοσχομυρίσει | να έχουμε μοσχομυρίσει / να μοσχομυρίζουμε / να μοσχομυρίσουμε | να έχετε μοσχομυρίσει / να μοσχομυρίζετε / να μοσχομυρίσετε | να μοσχομυρίζουν / να μοσχομυρίζουνε / να μοσχομυρίσουν / να μοσχομυρίσουνε |
| Προστακτική | — | μοσχομύριζε / μοσχομύρισε | — | — | μοσχομυρίζετε / μοσχομυρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →