Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μοτίβο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σχέδιο ή κατάσταση που προκύπτει από επαναλαμβανόμενο στοιχεία Βικιλεξικό
    • τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)
    • Οι έντονες χρωματικές κλίμακες, οι γραμμικές εκτελέσεις και τα γεωμετρικά μοτίβα, η μετωπική διάταξη των μορφών, η έλλειψη τρίτης διάστασης, η σχηματοποιημένη γεωμετρίζουσα πτυχολογία, οι στερεομετρικοί όγκοι και η κατανομή τους στο χώρο είναι χαρακτηριστικά που ως προδρομικά ζωγραφικά στοιχεία ευθέως παραπέμπουν στον κυβισμό, το φωβισμό, τον υπερρεαλισμό ή και τον εξπρεσιονισμό.
  2. γενικό πλάνο που συνήθως αποτελείται από γεωμετρικά συναφή μέρη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μοτίβο < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμοτίβομοτίβα
Γενικήμοτίβουμοτίβων
Αιτιατικήμοτίβομοτίβα
Κλητικήμοτίβομοτίβα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →