Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μου

ουσιαστικό
•
  1. προφορικότο όνομα του γράμματος μι, ιδίως σε απαγγελία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μου < μι με τον φθόγγο [u]

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μου

επιφώνημα
•
  1. φωνή ζώουο ήχος του μουκανητού (μούγκρισμα) της αγελάδας και του βοδιού Βικιλεξικό
    • Μου, μου … η αγελάδα. Μου … έκανε η αγελάδα, σαν αν έλεγε: «Θέλω το φαγητό μου. Φέρε, Άννα, φύλλα». Η Άννα έφερε φύλλα. Η αγελάδα έτρωγε κι εκουνούσε την ουρά.

Ετυμολογία

μου < (ηχομιμητική λέξη)

Άλλοι τύποι

ου

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μου

αντωνυμία, αρσενικό
•
  1. γενική της προσωπικής αντωνυμίας α' προσώπου (εγώ) Βικιλεξικό
    • Το παιδί μού είπε την αλήθεια. (είπε σε μένα)
    • Για τον τόνο στο μού δείτε Παράρτημα:Γραμματική (νέα_ελληνικά)#μονοσύλλαβα με τόνο.
    • παλιότερη γραφή: μοῦ
  2. κτητική αντωνυμία α' προσώπου Βικιλεξικό
    • Το παιδί μου έχει γενέθλια. (το δικό μου παιδί)

Ετυμολογία

μου < → λείπει η ετυμολογία

Άλλοι τύποι

αυτάαυτέςαυτήαυτήναυτήςαυτοίαυτούαυτούςαυτόαυτόναυτόςαυτώνεγώεμάςεμέναεμείςεμούεσάςεσέναεσείςεσύμαςμεμουσαςσεσουτεςτιςτοιτος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →