μου κάνει
•
- μου ταιριάζει (σαν ρούχο) Βικιλεξικό
- Εβαλα τρία κιλα και το καφέ παντελόνι δεν μου κάνει πια
- μεταφορικάμου ταιριάζει ως προσωπικότητα, ως συντροφιά Βικιλεξικό
- κάποιοι μπορεί να τον θεωρούν βαρετό, αλλά εμένα μου κάνει
Ετυμολογία
μου κάνει < αντωνυμία μου, σου, του & κάνει, τρίτο πρόσωπο ενικού του κάνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →