μου πιάνουν τον κώλο
•
- κυριολεκτικάσυνειδητά με χουφτώνουν/μου μπαλαμουτιάζουν τα οπίσθια (ειδάλλως-αλλιώς λέμε με άγγιξαν καταλάθος στον κ ώλο ή έπεσαν πάνω στον κ ώλο μου) Βικιλεξικό
- μεταφορικάμε αναγκάζουν άμεσα ή έμμεσα να πληρώσω παράλογο/αδικαιολόγητο πόσο ή να πληρώσω (για) κάτι που δεν ζήτησα (ασχέτως εάν ισχυρίζονται ότι έμμεσα το ζήτησα λόγω τυπικών διαδικασιών), λέμε επίσης: μου έβαλαν χέρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
πιάνω τον κώ λο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →