μου τη δίνει
•
- αργκόμε εκνευρίζει, με τσατίζει (μιλώντας για κάποιον ή κάτι) Βικιλεξικό
- Η μουσική ροκ μου τη δίνει.
- λαϊκότροποτρελαίνομαι ξαφνικά και προβαίνω σε πράξη ακατανόητη, ενώ πριν ήμουν τελείως ήρεμος Βικιλεξικό
- Μου τη δίνει κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι και τα σπάω όλα πάνω στο κέφι μου. — δίνω - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,^(1 2))
- λαϊκότροπομου αρέσει υπερβολικά Βικιλεξικό
- Πολύ μου τη δίνει αυτή η κοπέλα.
- Πολύ μου τη δίνει αυτό το φαγητό. — δίνω - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,^(1 2))
Ετυμολογία
μου τη δίνει < Η σημασία «με εκνευρίζει» από την φράση μου τη δίνει στα νεύρα.
Άλλοι τύποι
δίνειμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →