μουγγαίνω
•
- κάνω κάποιον να μη μιλάει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουγγαίνω < μουγγός + -αίνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μουγγαίνω | μουγγαίνεις | μουγγαίνει | μουγγαίνουμε | μουγγαίνετε | μουγγαίνουν / μουγγαίνουνε |
| Παρατατικός | μούγγαινα | μούγγαινες | μούγγαινε | μουγγαίναμε | μουγγαίνατε | μουγγαίναν / μουγγαίνανε / μούγγαιναν |
| Αόριστος | μούγγανα | μούγγανες | μούγγανε | μουγγάναμε | μουγγάνατε | μουγγάναν / μουγγάνανε / μούγγαναν |
| Μέλλοντας | θα μουγγάνω / θα μουγγαίνω | θα μουγγάνεις / θα μουγγαίνεις | θα μουγγάνει / θα μουγγαίνει | θα μουγγάνουμε / θα μουγγαίνουμε | θα μουγγάνετε / θα μουγγαίνετε | θα μουγγάνουν / θα μουγγάνουνε / θα μουγγαίνουν / θα μουγγαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω μουγγάνει | έχεις μουγγάνει | έχει μουγγάνει | έχουμε μουγγάνει | έχετε μουγγάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μουγγάνει | είχες μουγγάνει | είχε μουγγάνει | είχαμε μουγγάνει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μουγγάνει / να μουγγάνω / να μουγγαίνω | να έχεις μουγγάνει / να μουγγάνεις / να μουγγαίνεις | να έχει μουγγάνει / να μουγγάνει / να μουγγαίνει | να έχουμε μουγγάνει / να μουγγάνουμε / να μουγγαίνουμε | να έχετε μουγγάνει / να μουγγάνετε / να μουγγαίνετε | να μουγγάνουν / να μουγγάνουνε / να μουγγαίνουν / να μουγγαίνουνε |
| Προστακτική | — | μούγγαινε / μούγγανε | — | — | μουγγάνετε / μουγγαίνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μουγγαίνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →