μουζούρι
•
- μονάδα μέτρησηςμονάδα βάρους για δημητριακά που χρησιμοποιούνταν στην Κρήτη και αντιστοιχεί σε περίπου 17 κιλά (15 οκάδες σιταριού ή 13 οκάδες κριθαριού) Βικιλεξικό
- μονάδα μέτρησηςμονάδα έκτασης που αντιστοιχούσε στην ποσότητα του καρπού που χρειαζόταν για να σπαρθεί ένα χωράφι. Εικάζεται ότι ήταν περίπου 400 τετραγωγνικά μέτρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουζούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μουζούρι(ν), μιζούριον < βενετική ή ιταλική misura < λατινική mensura
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουζούρι | μουζούρια |
| Γενική | μουζουριού | μουζουριών |
| Αιτιατική | μουζούρι | μουζούρια |
| Κλητική | μουζούρι | μουζούρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →