Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μουζούρι

/muˈzu.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μονάδα μέτρησηςμονάδα βάρους για δημητριακά που χρησιμοποιούνταν στην Κρήτη και αντιστοιχεί σε περίπου 17 κιλά (15 οκάδες σιταριού ή 13 οκάδες κριθαριού) Βικιλεξικό
  2. μονάδα μέτρησηςμονάδα έκτασης που αντιστοιχούσε στην ποσότητα του καρπού που χρειαζόταν για να σπαρθεί ένα χωράφι. Εικάζεται ότι ήταν περίπου 400 τετραγωγνικά μέτρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μουζούρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μουζούρι(ν), μιζούριον < βενετική ή ιταλική misura < λατινική mensura

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμουζούριμουζούρια
Γενικήμουζουριούμουζουριών
Αιτιατικήμουζούριμουζούρια
Κλητικήμουζούριμουζούρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →