μουκανίζω
•
- λόγιομουγκρίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουκανίζω < αρχαία ελληνική μυκάομαι / μυκῶμαι + -ανίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μουκανίζω | μουκανίζεις | μουκανίζει | μουκανίζουμε | μουκανίζετε | μουκανίζουν / μουκανίζουνε |
| Παρατατικός | μουκάνιζα | μουκάνιζες | μουκάνιζε | μουκανίζαμε | μουκανίζατε | μουκάνιζαν / μουκανίζαν / μουκανίζανε |
| Αόριστος | μουκάνισα | μουκάνισες | μουκάνισε | μουκανίσαμε | μουκανίσατε | μουκάνισαν / μουκανίσαν / μουκανίσανε |
| Μέλλοντας | θα μουκανίζω / θα μουκανίσω | θα μουκανίζεις / θα μουκανίσεις | θα μουκανίζει / θα μουκανίσει | θα μουκανίζουμε / θα μουκανίσουμε | θα μουκανίζετε / θα μουκανίσετε | θα μουκανίζουν / θα μουκανίζουνε / θα μουκανίσουν / θα μουκανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μουκανίσει | έχεις μουκανίσει | έχει μουκανίσει | έχουμε μουκανίσει | έχετε μουκανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μουκανίσει | είχες μουκανίσει | είχε μουκανίσει | είχαμε μουκανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μουκανίσει / να μουκανίζω / να μουκανίσω | να έχεις μουκανίσει / να μουκανίζεις / να μουκανίσεις | να έχει μουκανίσει / να μουκανίζει / να μουκανίσει | να έχουμε μουκανίσει / να μουκανίζουμε / να μουκανίσουμε | να έχετε μουκανίσει / να μουκανίζετε / να μουκανίσετε | να μουκανίζουν / να μουκανίζουνε / να μουκανίσουν / να μουκανίσουνε |
| Προστακτική | — | μουκάνιζε / μουκάνισε | — | — | μουκανίζετε / μουκανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →