μουλάρι
•
- θηλαστικό ζώοστείρο ζώο που προκύπτει από διασταύρωση, συνήθως, φοράδας με αρσενικό γάιδαρο και, σπανιότερα, αρσενικού αλόγου με γαϊδούρα. Χαρακτηρίζεται από μεγάλη αντοχή, δύναμη και σταθερότητα στο βάδισμα για αυτό και στο παρελθόν χρησιμοποιούταν σε γεωργικές εργασίες (όργωμα, μεταφορές, κ.λπ.). Το κεφάλι και το σώμα του μοιάζουν περισσότερο με του αλόγου ενώ τα αυτιά και τα πόδια του με του γαϊδάρου Βικιλεξικό
- Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- μεταφορικάάνθρωπος ισχυρογνώμων και με πολύ πείσμα Βικιλεξικό
- υβριστικόάνθρωπος ανόητος και με αγένεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουλάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μουλάρι < ελληνιστική κοινή μουλάριον, υποκοριστικό του μοῦλα < λατινικά mula, θηλυκό του mulus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μουλάρι | μουλάρια |
| Γενική | μουλαριού | μουλαριών |
| Αιτιατική | μουλάρι | μουλάρια |
| Κλητική | μουλάρι | μουλάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →