μουλιάζω
•
- μεταβατικόβάζω κάτι σε υγρό, συνήθως για να μαλακώσει Βικιλεξικό
- αμετάβατομπαίνω ο ίδιος σε υγρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μουλιάζω < μεσαιωνική ελληνική *μουλιάζω < *μολιάζω < υστερολατινική *molliare < λατινική mollis (μαλακός)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μουλιάζω | μουλιάζεις | μουλιάζει | μουλιάζουμε | μουλιάζετε | μουλιάζουν / μουλιάζουνε |
| Παρατατικός | μούλιαζα | μούλιαζες | μούλιαζε | μουλιάζαμε | μουλιάζατε | μουλιάζαν / μουλιάζανε / μούλιαζαν |
| Αόριστος | μούλιασα | μούλιασες | μούλιασε | μουλιάσαμε | μουλιάσατε | μουλιάσαν / μουλιάσανε / μούλιασαν |
| Μέλλοντας | θα μουλιάζω / θα μουλιάσω | θα μουλιάζεις / θα μουλιάσεις | θα μουλιάζει / θα μουλιάσει | θα μουλιάζουμε / θα μουλιάσουμε | θα μουλιάζετε / θα μουλιάσετε | θα μουλιάζουν / θα μουλιάζουνε / θα μουλιάσουν / θα μουλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μουλιάσει | έχεις μουλιάσει | έχει μουλιάσει | έχουμε μουλιάσει | έχετε μουλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μουλιάσει | είχες μουλιάσει | είχε μουλιάσει | είχαμε μουλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μουλιάσει / να μουλιάζω / να μουλιάσω | να έχεις μουλιάσει / να μουλιάζεις / να μουλιάσεις | να έχει μουλιάσει / να μουλιάζει / να μουλιάσει | να έχουμε μουλιάσει / να μουλιάζουμε / να μουλιάσουμε | να έχετε μουλιάσει / να μουλιάζετε / να μουλιάσετε | να μουλιάζουν / να μουλιάζουνε / να μουλιάσουν / να μουλιάσουνε |
| Προστακτική | — | μούλιαζε / μούλιασε | — | — | μουλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μουλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →